Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Όλη η αλήθεια για το «έγκλημα» της οδού Ανθέων



Θαρρώ πως ήρθε η  ώρα να βάλω μια τελεία σε αυτήν την υπόθεση και να αποκαταστήσω την αλήθεια. Και είμαι η πλέον αρμόδια να το κάνω, αφού αυτή η ιστορία γεννήθηκε κυριολεκτικά στο μυαλό μου, για να πάρει στη συνέχεια απρόβλεπτες και ανυπολόγιστες διαστάσεις.
Όπως είχα εξαρχής εκμυστηρευτεί στον κυρ-Γιώργη, τον περιπτερά- και αυτή είναι η αλήθεια- πάντα ονειρευόμουν να γίνω μια επιτυχημένη συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Και από τότε που έμεινα χωρίς υποχρεώσεις και με άφθονο ελεύθερο χρόνο πασχίζω να το πραγματοποιήσω. Αλλά η ρημάδα η έμπνευση δε μου κάνει τη χάρη ! Η μούσα μου έχει πάει διακοπές! Μήνες τώρα γράφω και σβήνω, σχεδιάζω και απορρίπτω, παρατηρώ και καταγράφω τους ανθρώπους γύρω μου, διαβάζω τα αστυνομικά ρεπορτάζ των εφημερίδων ψάχνοντας για μια ιδέα αληθινά πρωτότυπη, αλλά τίποτα ! Ισως πρέπει να το πάρω απόφαση, δεν έχω συγγραφικό ταλέντο... Μα πάλι, δεν μπορώ να παραιτηθώ έτσι απλά από το πιο τρανό μου όνειρο...
Έτσι, όταν εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα που η αγαπημένη μου θεία Ιοκάστη, μετά από μια μακρά και πολύ συγκινητική συζήτηση, με αποχαιρέτησε κι έφυγε ήσυχα για το μεγάλο της ταξίδι, καθώς καθόμουν και την κοίταζα να βαραίνει άψυχη στο καροτσάκι της, κι έκλαιγα κι έκλαιγα βουβά, ανήμπορη να κάνω οτιδήποτε άλλο, έξαφνα μια παράξενη ιδέα άστραψε στο μυαλό μου: Τι θα γινόταν αν «σκηνοθετούσα» το θάνατο της θείας έτσι που να μοιάζει ύποπτος; Τι ιστορίες θα σκαρφίζονταν ή θα ξέθαβαν οι συνένοικοι και οι περίοικοι; Τι υλικό πολύτιμο θα συγκέντρωνα για το βιβλίο μου... Σε στιγμές ακραίου πόνου το μυαλό λειτουργεί περίεργα. Τη θεία Ιοκάστη την αγαπούσα βαθειά, περισσότερο ίσως κι απ’τη μάνα μου, που είχε φύγει πολύ νέα.  Αλλά κι εκείνη μοιραζόταν μαζί μου ό,τι δεν μπορούσε να μοιραστεί με τα παιδιά της... Τέλος πάντων, εκείνη τη στιγμή πίστεψα πως η θεία  μου με το θάνατό της μου έστελνε ένα μήνυμα, πως  μου έκανε ένα δώρο.. Ούτε που σκέφτηκα τότε πως έκανα κάτι ανάρμοστο, ούτε καν πως θα μπορούσα να μπλέξω άσχημα. Σαν μέσα σε όνειρο, έσπρωξα το καροτσάκι με τη σωρό της θείας μου, το έβαλα στο ασανσέρ, κατεβήκαμε στο ισόγειο και απο εκεί, προσέχοντας να μη με  δει κανένας, άδειασα το άψυχο σώμα της στο πεζοδρόμιο. Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη «σκηνοθεσία» (ευτυχώς), γιατί μου φάνηκε πώς άκουσα βήματα , κι έφυγα τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όταν αργότερα συνειδητοποίησα τι είχα κάνει, τρόμαξα με τον εαυτό μου και ντράπηκα φρικτά, αλλά ήταν πια αργά. Ούτε στην κηδεία δεν κατάφερα να πάω και στο διαμέρισμα της Ανθέων, που η θεία μού άφησε-μου είχε αποκαλύψει το περιεχόμενο της διαθήκης εκείνο το μοιραίο απόγευμα- δεν βρήκα το κουράγιο να επιστρέψω παρά μετά από αρκετές εβδομάδες. Μου ήταν ανυπόφορο, έπρεπε όμως να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες που η θεία μου είχε εμπιστευτεί. Κυρίως να φροντίσω να πάει η «κόρη» εκεί που έπρεπε, μην πέσει σε λάθος χέρια. Όταν εγκαταστάθηκα στη γειτονιά, έμαθα από τον κυρ- Γιώργη ότι ο θάνατος της θείας είχε θεωρηθεί ατύχημα-αν και κάπως περίεργο, λόγω της υποτιθέμενης αναπηρίας της- και η υπόθεση είχε κλείσει. Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ ή να στενοχωρηθώ διπλά γι αυτό. Όχι μόνο είχα διαπράξει μια ασυγχώρητη απρέπεια απέναντι στη θεια μου, μα και το «σχέδιό» είχε αποβεί μάταιο!
Ώσπου κάποια μέρα, ένας παλιός μου μαθητής και νυν αστυνομικός, ο Χάρης, αποφάσισε να το παίξει «Μπέκας» στη θέση του Μπέκα (απλή συνεπωνυμία, καμία σχέση το συγκεκριμένο «όργανο» με το γνωστό ήρωα  του Μαρή) και ανακίνησε την υπόθεση. Ασφαλώς τα αγαπητά μου ξαδέρφια έχουν βάλει το χέρι τους. Αν και η θεία τους μοίρασε δίκαια όλη την υπόλοιπη περιουσία της, αυτοί έχουν βαλθεί να με ενοχοποιήσουν, για να προσβάλουν τη διαθήκη, να με πετάξουν έξω από το διαμερισματάκι και να βάλουν στο χέρι το «περιεχόμενό» του. Ειδικά ο αγαπητός μου εξάδελφος έχει και τα μέσα και το ήθος για να πληρώσει «μάρτυρες» και να κυνηγήσει το σκοπό του. Κι αυτή η δικηγορίνα που πηγαινοέρχεται τώρα τελευταία στη γειτονιά, δήθεν ότι ασχολείται με τις υποθέσεις του Νάσου (ή Μήτσου ή...τρέχα γύρευε), τον ξάδερφο εκπροσωπεί, είμαι σίγουρη!
Πάντως είναι απίστευτο πώς δουλεύει η φαντασία των ανθρώπων όταν κάτι τους ταρακουνήσει από τη μίζερη και ανιαρή τους καθημερινότητα, πώς σταματάει η λογική τους μπροστά στο προφανές, αλλά και πώς γλυστράει η γλώσσα τους όταν «λαδωθεί» κατάλληλα. Τι σενάρια ήρθαν στο φως και τι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες «θυμήθηκαν» άνθρωποι που δεν είχαν δει καλά-καλά τη θεία μου! Τι ότι ήταν μπλεγμένη σε κύκλωμα αρχαιοκαπηλείας (αυτή, που τον μοναδικό θησαυρό που απόκτησε ποτέ από τις πολύχρονες ανασκαφές της, τον απόκτησε με νόμιμο τρόπο και τον φύλαγε ως «κόρη» οφθαλμού), τι ότι την εκβίαζαν, ότι την έσπρωξαν από το μπαλκόνι, ότι αυτοκτόνησε κι άλλα πολλά και ευφάνταστα. Κανείς δε θυμόταν πια ότι το καροτσάκι βρέθηκε (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να βρεθεί) δίπλα  στο πτώμα και ότι το σώμα της ήταν ακέραιο και άθικτο σαν να κοιμόταν. Λες και ήταν δυνατόν μια γυναίκα ογδόντα χρονω να πέσει ή να  τη ρίξουν από τον τρίτο όροφο και να μη σπάσει ούτε ένα κόκκαλο, να μη φέρει ούτε μισό σημάδι τραυματισμού!  Και βέβαια ο νούμερο ένα ύποπτος ήμουν εγώ, η οποία (σύμφωνα με μία θεωρία )δεν ήμουν καν ανηψιά της! Ακόμα και ο νεαρός πιτσαδόρος προσήλθε για μάρτυρας επειδή άκουσε ,λέει, έναν ύποπτο διάλογο, εκεί που στεκόταν έξω από την πόρτα, με την πίτσα και το κρασί ανά χείρας... Αν έμενε λίγο ακόμα θα άκουγε και τις... διαφημίσεις ! Ποιος δε γνωρίζει ότι οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, όταν είναι μόνοι στο σπίτι, βάζουν δυνατά την τηλεόραση για να αισθάνονται παρέα ! Τελικά ο Γιαννάκης του περιπτερά είχε δίκιο. Από μικρό κι από τρελό...
Κοντολογίς, δεν υπάρχει κανένας φόνος, κανένα σκοτεινό μυστικό, κανένα φάντασμα κρυμμένο στη ντουλάπα, κανένα κίνητρο ή στοιχείο που να με συνδέει με το θάνατο της Ιοκάστης, εκτός από το γεγονός ότι ήμουν το τελευταίο πρόσωπο που την είδε ζωντανή. Μα πάλι, αν ήθελα ή είχα λόγο να τη σκοτώσω, έτσι θα το έκανα; Έλεος, τόσα αστυνομικά έχω διαβάσει! Λυπάμαι, καλέ μου Χάρη, φοβάμαι όμως πως θα χρειαστεί να κολλήσεις πολλές ακόμα κλήσεις, προτού γίνεις «Μπέκας»! Όσο για μένα, αν και μάζεψα υλικό για πολλά αστυνομικά σενάρια, λέω να αλλάξω συγγραφική ρότα. Στο αρχείο που μου κληροδότησε η Ιοκάστη, βρήκα  απείρως πιο ενδιαφέρον υλικό για μυθιστόρημα το οποίο, εκτός των άλλων,  αποκαλύπτει το ήθος και το δυναμισμό της σπάνιας αυτής γυναίκας. Αυτό το μυθιστόρημα θα γράψω, κι ίσως έτσι εξιλεωθώ για το «έγκλημα» που διέπραξα σε βάρος της.
                                                             Πολυξένη
ΥΓ1  (για τους πολύ δύσπιστους) : Η Ιοκάστη δεν ήταν παράλυτη, ούτε και προσποιήθηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Τα πόδια της την πονούσαν από τα χρόνια και την κούραση της ζωής, και γι αυτό χρησιμοποιούσε το αναπηρικό καροτσάκι. Είχε μάθει να κινείται γρήγορα και δυναμικά και δεν μπορούσε να υποφέρει να σέρνεται ή να στηρίζεται σε μπαστούνι. Πολλές φορές ωστόσο στεκόταν στα πόδια της και περπατούσε, κι αυτό δεν ήταν μυστικό για όσους τη γνώριζαν καλά. Οι φίλοι της, η Λήδα και ο Ορέστης θα μπορούσαν να το βεβαιώσουν, αν δεν είχαν αποτραβηχτεί στον κόσμο τους. Άλλωστε αν ήταν πραγματικά ανήμπορη (ή ήθελε να δώσει τέτοια εντύπωση) δεν θα είχε μια γυναίκα μόνιμα στο σπίτι;
ΥΓ2 (για τους πολύ «φιλομαθείς»): Ο άστεγος της γειτονιάς ονομάζεται Οδυσσέας και είναι θείος μου, αδερφός της μάνας μου και της θείας Ιοκάστης. Στερνοπαίδι, μοναχογιός, καλό παιδί μα κακομαθημένο κι επιπόλαιο, αφού έφαγε μεγάλο μέρος της οικογενειακής περιουσίας στα χαρτιά και διέλυσε το γάμο του, έμπλεξε στα στερνά με μια τσιγγάνα, άρρωστη πρεζού, που τον αποτέλειωσε. Καρπός αυτής της μοιραίας σχέσης ήταν ένα όμορφο κοριτσάκι ονόματι Ζωή, που μεγάλωσε σε ίδρυμα. Η Ιοκάστη την είχε βαφτίσει και ήθελε μάλιστα να την υιοθετήσει, μα έπεσαν όλοι να τη φάνε, πρώτος και καλύτερος ο αγαπητός μου ξάδερφος. Τον αδερφό της  είχε να τον δεί κοντά είκοσι χρόνια, είχε χάσει τα ίχνη του, όταν μια μέρα, λίγους μήνες πριν, πέρασε με το καροτσάκι της μπροστά από το παγκάκι όπου εκείνος πλάγιαζε μισοκοιμισμένος. Δεν του μίλησε, δε βρήκε τίποτα να του πει, ούτε ήταν σίγουρη αν την αναγνώρισε. Μα από τότε, μια φορά την εβδομάδα, παράγγελνε πίτσα και κρασί ή μπύρες και του τα έστελνε με τη  Μάγια, τη σκυλίτσα της κυρίας  Λήδας.

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Διερευνητική δραματοποίηση στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Το Χριστόψωμο»



Α. Δημιουργία ατμόσφαιρας ομάδας
 Στο χώρο υπάρχουν μπλε ,γαλάζια και άσπρα πανιά. Ακούγεται ήχος από κύματα. Ο εμψυχωτής προτρέπει  τα παιδιά να κολυμπήσουν πάνω στα κύματα συγκεντρώνοντας την προσοχή τους στη συγκεκριμένη κίνηση που κάνει κάθε σημείο του σώματος τους όταν κολυμπάνε, το κεφάλι, ο ώμος, ο αγκώνας, οι παλάμες, τα γόνατα, τα πέλματά τους. Ξαφνικά η μουσική αρχίζει να γίνεται πιο έντονη και καθοδηγεί κάποια μέλη της ομάδας να ενσωματωθούν με τα κύματα , να σηκώσουν και να κινήσουν τα πανιά , ενώ ζητάει από τα υπόλοιπα παιδιά την έκφραση της απόγνωσης στην επικείμενη φουρτούνα. Η φουρτούνα ξεκίνησε(συνοδεύεται από κατάλληλη μουσική).Γίνεται τώρα μια σύγκρουση ανάμεσα στα κύματα-παιδιά που χρησιμοποιώντας τα πανιά πέφτουν άγρια πάνω στους ανθρώπους, τους πνίγουν, τους πετάνε μακριά, τους τρομάζουν, τους προσπερνάνε, ενώ αντίστοιχα τα  άλλα παιδιά παλεύουν με τα κύματα. Στην κορύφωση της σύγκρουσης ο εμψυχωτής μιλάει για μια στεριά που επιτέλους βρέθηκε. Τα κύματα καταλάγιασαν εκεί και τα παιδιά που τα ξέβρασε το κύμα προσπαθούν να συνέλθουν. Η μουσική σταματάει απότομα. Υπάρχει απόλυτη ακινησία στη μορφή  που πήρε  το σώμα τους κάτω από την τελευταία πληροφορία. Στο σημείο αυτό ακούγονται καμπάνες εκκλησίας ενώ ο εμψυχωτής ζητά από τα παιδιά να ξεπαγώσουν ένας – ένας και ταπεινά ακολουθώντας το ρυθμό  του ήχου της καμπάνας να έρθουν  και να καθίσουν σ’ ένα κύκλο γύρω από αυτόν.

Β. Γνωριμία με το αρχικό περιβάλλον
Ο εμψυχωτής έχοντας γύρω του τα παιδιά ξεκινά την αφήγηση της ιστορίας. Μιας και η γλώσσα είναι καθαρεύουσα, γεγονός που έχει μια δυσκολία αλλά  και γοητεία ταυτόχρονα, ο ίδιος διαβάζει από μέσα το κείμενο. Μέλημά του όμως είναι μία αρκετά παραστατική και εκφραστική αφήγηση. Με την τεχνική του «ανοιχτού τέλους» ο εμψυχωτής διακόπτει την ιστορία στο σημείο όπου ο Καντάκης βρήκε και έφαγε ολόκληρο σχεδόν το Χριστόψωμο. Είναι το σημείο που κορυφώνεται η δράση και αφήνει αρκετά ερωτηματικά και υλικό προς διερεύνηση για τη συνέχεια της ιστορίας.



Γ. Δημιουργία δραματικού νέου περιβάλλοντος
     I.        Πρώτες επισημάνσεις για την εξέλιξη της ιστορίας
Σε αυτή τη φάση ο εμψυχωτής βάζει τα παιδιά σ’ ένα κλίμα προβληματισμού και εξέτασης. Σκοπός του όμως δεν είναι να θέτει  απλά ερωτήματα και τα παιδιά να απαντάνε αλλά να διαλεχτούν, να συζητήσουν μεταξύ τους .Να εκφράσουν τις υποθέσεις, τις κρίσεις τους για τη συνέχεια της ιστορίας, να εμμείνουν σε σημεία  που θέλουν να σχολιάσουν και να διατυπώσουν ίσως τα δικά τους ερωτήματα.


    II.        Δημιουργία δράσης και στοχασμού
α ) Τεχνική παντομίμας
Για να εξοικειωθούν καλύτερα με τους χαρακτήρες της ιστορίας ο εμψυχωτής ζητά από τα παιδιά να αναπαραστήσουν με την τεχνική της παντομίμας  τη σκηνή όπου η Διαλεχτή υποδέχεται το σύζυγό  της, ο οποίος γυρνάει ταλαιπωρημένος και πεινασμένος και καθώς φεύγει η ίδια για την εκκλησία εκείνος μέσα στην πείνα του τρώει το χριστόψωμο. Για να αποτυπώσουν μόνο με τις κινήσεις και τις εκφράσεις τους ,σ’ ένα καθαρά φανταστικό περιβάλλον με πλήρη απουσία λόγου,  τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ηρώων τα παιδιά θα προσπαθήσουν να βιώσουν καλύτερα τις καταστάσεις, γεγονός που θα τους φέρει πιο κοντά στους ήρωες. 
β ) Τεχνική: παγωμένη εικόνα
Μόλις τελειώσουν την προηγούμενη δραστηριότητα ο εμψυχωτής ζητά από τα παιδιά χωρισμένα σε δύο ομάδες  να  αποδώσουν την προηγούμενη σκηνή σε δύο παγωμένα στιγμιότυπα. Τη στιγμή που η Διαλεχτή  υποδέχεται τον άντρα της και τη στιγμή που εκείνος τρώει το χριστόψωμο. Η ακινησία αυτή φέρνει στην επιφάνεια όλες τις λεπτομέρειες κομβικών σημείων της ιστορίας που χάνονται πάνω στην κίνηση της δράσης. Τα  παιδιά με τη δύναμη της ακινησίας και της σιωπής στοχάζονται, κατανοούν και αισθάνονται δράσεις που ο εμψυχωτής θέλει να φωτίσει. Η χρήση κατάλληλης μουσικής , κάποιων αντικειμένων όπως το χριστόψωμο, ένα ποτήρι κρασί, ένα νωπό πανωφόρι τονίζει την τραγικότητα της σκηνής και αλλάζει την όλη αίσθηση. Ο εμψυχωτής θα μπορούσε να ζητήσει από τα παιδιά να αποδώσουν πάλι τις ίδιες σκηνές με παγωμένη εικόνα αλλά κάθε φορά που θα δίνει έναν ήχο  ή θα αλλάζει η μουσική, αυτά θα αποτυπώνουν μια άλλη εκδοχή της ίδιας σκηνής. Έτσι τα  παιδιά αντιλαμβάνονται πως υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές για μία κατάσταση, διαφορετικές σκέψεις για έναν χαρακτήρα ακόμα και από τον ίδιο άνθρωπο.


γ ) Τεχνική ανίχνευση της σκέψης και της κοινωνικής κατάστασης : οι φωναχτές σκέψεις
Ο εμψυχωτής ζητά από τη μια  ομάδα να ξαναπάρει τη στάση της παγωμένης εικόνας που είχε πριν και η άλλη να γίνει το ακροατήριο. Με πολύ χαμηλό φωτισμό(σχεδόν σκοτάδι) και με τη συνοδεία μουσικής που παραπέμπει σε ανάκριση ο εμψυχωτής κρατάει ένα φακό στο χέρι και φωτίζει κάθε παιδί της παγωμένης εικόνας. Κάθε έναν που φωτίζει του θέτει και μία ερώτηση π.χ. Ποιος είσαι; Γιατί βρίσκεσαι εδώ; Είσαι ευτυχισμένος; Στη συνέχεια ο εμψυχωτής προτρέπει κάποιον από το ακροατήριο να πάρει το φακό και να γίνει αυτός ο ανακριτής. Μπορούν έτσι να αναδειχθούν σκέψεις και συναισθήματα των ηρώων που δε φαίνονται καθόλου στο κείμενο και να εκφράσουν τα παιδιά δικά τους κίνητρα, ένστικτα, πάθη, επιθυμίες βγαλμένες ίσως από το υποσυνείδητο που για λογαριασμό τους δε θα μπορούσαν να τα πουν, κάνοντας τα όμως ιδιοκτησία των ηρώων εύκολα τα εκφράζουν. Είναι ίσως κατά μία έννοια προσωπική λύτρωση των παιδιών να εκφράζουν τις επιθυμίες και τις σκέψεις τους  χωρίς να προδίδουν ότι είναι δικές τους.

Στο σημείο αυτό ο εμψυχωτής ενώ τα παιδιά μένουν παγωμένα, παίρνει το φακό και φωτίζει το πρόσωπό του ενώ αφηγείται το τέλος της ιστορίας, το τραγικό δηλαδή τέλος του Καντάκη.



δ ) Τεχνική συμβολικής αναπαράστασης : τελετουργία
Μέσα από τις τελετουργίες που συνδέονται άρρηκτα με την ελληνική παράδοση και θρησκεία αναδεικνύονται σημαντικές για τη ζωή αξίες και σκιαγραφείται ο κύκλος της ζωής καθώς και σημεία σταθμοί σε αυτή. Ο εμψυχωτής θα μπορούσε λοιπόν να προτείνει στα παιδιά να αναπαραστήσουν την τελετή της κηδείας του Καντάκη. Ο ήχος από τις καμπάνες που μας προϊδέασε  στην αρχή βρίσκει εδώ μια χρησιμότητά του. Μέσα από τη συμπεριφορά τους στην τελετή, τους λόγους, τις ευχές, τα συλλυπητήρια, τη συναισθηματική φόρτιση που τους προσδίδει η αναπαράσταση της κηδείας τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη δική τους άποψη για τη ζωή. Θα αναδειχθούν έτσι αισιόδοξες αλλά και απαισιόδοξες στάσεις αλλά και το πόσο αντιλαμβάνονται τα παιδιά την τραγικότητα του ανθρώπου και την ανάγκη του να γιατρέψει τον πόνο μέσα από την πίστη.
ε ) Τεχνική : η καρέκλα των αποκαλύψεων.
 Ο εμψυχωτής, φροντίζοντας πάντα  τα λόγια και οι κινήσεις του να διατηρούνται μέσα στο κατάλληλο κάθε φορά κλίμα (μόλις είχε προηγηθεί το τελετουργικό μιας κηδείας και τα παιδιά είναι φορτισμένα ανάλογα) προτρέπει ένα παιδί να καθίσει με γυρισμένη πλάτη και όλοι οι υπόλοιποι σε ένα ημικύκλιο γύρω από αυτό. Το παιδί που κάθεται πλάτη παίρνει τη μορφή της γριάς Καντάκαινας ενώ όλοι οι υπόλοιποι έχουν το ρόλο του ιερέα που εξομολογεί τη γριά. Το παιδί κάθεται με γυρισμένη την πλάτη έτσι ώστε καθένας να φαντάζεται τη γριά Καντάκαινα όπως θέλει ενώ ένα σάλι στην πλάτη του, που θα είναι και το μοναδικό σημείο που θα φωτίζεται, βοηθάει πιο εύκολα το μυαλό να μπει στην κατάλληλη συνθήκη. Τα παιδιά σε ρόλο ιερέα λοιπόν αρχίζουν να θέτουν ερωτήσεις στη γριά Καντάκαινα. Η γυρισμένη πλάτη βοηθάει επίσης στο να εκφραστούν ελεύθερα και τα παιδιά και η ίδια χωρίς το φόβο της παρεξήγησης. Είναι λοιπόν η ώρα τα παιδιά  να εκφράσουν όλα τα αναπάντητα ερωτήματα που τους έχουν δημιουργηθεί από την πλοκή της ιστορίας, να δώσουν τα κατηγορώ και τη συγχώρεσή τους και να καταλάβουν τα αίτια και τα κίνητρα των πράξεων. Είναι ένα έδαφος εύφορο πολύ προς γενικούς στοχασμούς και διερεύνησης για τα κίνητρα και τις σκέψεις των ανθρώπων. Αν και ο εμψυχωτής μπει σε ρόλο ιερέα θα μπορούσε και αυτός να καθοδηγήσει τη γραμμή των ερωτοαπαντήσεων εκεί που θέλει. Ίσως αν είναι μια ομάδα που συναντά σε περιοδικά διαστήματα και έχει διακρίνει στάσεις για τη σχέση των παιδιών που θέλει να συζητήσει, αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή.

στ )  Τεχνική: αντικρουόμενες σκέψεις ή συμβουλές ,συνείδηση του χαρακτήρα
Με την παρότρυνση του εμψυχωτή τα παιδιά κάθονται στο σκοτάδι σε διάφορες θέσεις στις άκρες του άσπρου πανιού. Ένα παιδί που υποδύεται τη γριά  Καντάκαινα διασχίζει το πανί, ενώ ο εμψυχωτής φωτίζει με το φακό το πρόσωπό του. Τα παιδιά έχοντας τις παλάμες γύρω από το στόμα τους και αλλάζοντας έτσι τη φωνή τους ώστε να ακούγεται μακρινή και βαθιά, λένε ένας-ένας ό,τι θα έλεγε η συνείδηση  της γριάς Καντάκαινας. Άλλα θα μπορούσαν να εκφράζουν πάλι σκέψεις από τη συνείδησή της αλλά  επαναλαμβάνοντας συνέχεια την ίδια φράση. Η γριά Καντάκαινα προσπαθεί κάθε φορά που ακούει μια  φωνή από τα διαφορετικά σημεία στο σκοτάδι να εντοπίσει από πού έρχεται και αντιδράει όπως αισθάνεται. Μπορεί να δείξει την ενόχλησή της κλείνοντας τα αυτιά της, να πάει προς το μέρος της φωνής, να κρυφτεί ή να αδιαφορήσει για αυτήν. Είναι μια αρκετά έντονη σκηνή με βιωματικό και διδακτικό χαρακτήρα. Τα παιδιά βιώνουν ότι η πιο τραγική τιμωρία της κακής πράξης έρχεται από τον ίδιο το δράστη με τη μορφή της συνείδησης. Μαθαίνουν ότι σε κάθε πράξη υπάρχουν πάντα αντικρουόμενες απόψεις, τις συνέπειες και  τις δυσκολίες επιλογών στη ζωή. Είναι μία καλή ευκαιρία να διαπιστώσει ο εμψυχωτής τις ηθικές αρχές της ομάδας και μια καλή ευκαιρία στοχασμού, κριτικής, διερεύνησης καταστάσεων αλλά και έκφρασης όλων αυτών.

Δ. Αξιολόγηση
Σαν μια προσπάθεια του εμψυχωτή να αφουγκραστεί τι βίωσαν τα παιδιά από το συγκεκριμένο εργαστήρι, τους ζητά να γυρίσουν πίσω στην εποχή του Παπαδιαμάντη, να πάρουν το ρόλο ενός δημοσιογράφου και να γράψουν ένα άρθρο για ένα συμβάν: « Ένας ναυτικός ονόματι Καντάκης δηλητηριάστηκε  από την ίδια του τη μάνα». Ως αρθρογράφοι έχουν τη δυνατότητα να καταγράψουν τα δικά τους υποκειμενικά σχόλια και σκέψεις για το γεγονός. Μέσα από αυτή την προσπάθεια διερευνητικής δραματοποίησης του κειμένου τα παιδιά βίωσαν την ιστορία και όλα τα κρυφά της σημεία, έχουν μπει στο μυαλό του κάθε χαρακτήρα, τον έχουν κριτικάρει, τον έχουν συμβουλέψει, τον έχουν αφουγκραστεί. Είναι λοιπόν οι πλέον κατάλληλοι να μιλήσουν για την ιστορία και να την αποδώσουν από  την προσωπική τους σκοπιά.


Βιβλιογραφία
Παπαδόπουλος Σ.(2010).Παιδαγωγική του θεάτρου. Αθήνα

Μίχου Αικατερίνη
Β’ κύκλος εργαστηρίου θεάτρου ΠΑΥΣΙΣ

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

«Γράμμα του Σταυρόγκιν» - Διερευνητική δραματοποίηση


 Διερευνητική δραματοποίηση με βάση το: «Γράμμα του Σταυρόγκιν» απόσπασμα από το έργο Αδελφοί Καραμαζώφ  F.Dostoevsky Βιβλίο Ο Μικρός Ήρωας εκδόσεις Κοροντζή σελ. 67-93 (δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ρωσικός Αγγελιοφόρος το  1857)
v  Δημιουργία ατμόσφαιρας- Ευαισθητοποίηση
·         Μέσα στο ημίφως η ομάδα κινείται ανάμεσα σε διπλωμένα γράμματα, τα παρατηρεί από όποια στάση θέλει ( όρθια, καθιστή, οριζόντια ). Άραγε τι να κρύβουν;
·         Καθένας διαλέγει από ένα γράμμα, το ακούει, το μυρίζει , το αισθάνεται. Ξαφνικά γίνεται βαρύ, με δυσκολία μπορεί κάποιος να το σηκώσει.
·         Βρίσκω ένα μέρος να το αφήσω, ένα μέρος που θα μπορώ με ησυχία να το ανοίξω και να το διαβάσω.
·         Εκφράζω με το σώμα μου τα συναισθήματα που μου προκάλεσαν οι λέξεις που διάβασα.
·         Γράφω μια σκέψη κάτω από τη φράση που βλέπω.
·         Ήρθε η ώρα να το αποχωριστώ, χωρίς να το καταστρέψω. Φορώντας το αόρατο γάντι μου τοποθετώ  το γράμμα στο κέντρο της στο κέντρο της σκηνής χωρίς να με δει κανείς.

Τα γράμματα συγκεντρώνονται στο κέντρο της σκηνής.
Εμψυχωτής: Αναμνήσεις και σκέψεις τυλιγμένες ανακατεμένες σε έναν χώρο, μα και σε έναν άλλο… τον χώρο του νου .
Η ομάδα κάνει έναν κύκλο γύρω από τα γράμματα.


v  Επαφή με το αρχικό περιβάλλον – Επαφή με το έργο – Παρουσίαση μέσω αφήγησης – Παιχνίδι ρόλων

·         Κάθε παίκτης επιλέγει τυχαία ένα γράμμα και το διαβάζει δυνατά.
 «από μέρος του Σταυρόγκιν»
 «δεν μπορούσα να μην γράψω»
 «αποκαλύπτομαι»
 «τρομακτική η ανάγκη της τιμωρίας»
 «ο ένας πόνος αναπληρώνεται με έναν άλλον»
 «η κοινωνία δεν συγχωρεί»


Περίληψη: Γράμμα του Σταυρόγκιν προς τον Τύχωνα
Αφήγηση από όλα τα μέλη της ομάδας.

«Από μέρος του Σταυρόγκιν,
Εγώ ο Νικόλαος Σταυρόγκιν, απόστρατος αξιωματικός, έζησα στην Πετρούπολη, περνώντας άσωτη ζωή, χωρίς να βρω σ’ αυτή καμία ευχαρίστηση.  Κρατούσα εκεί τρεις κατοικίες. Καθόμουνα τακτικά σε ένα σπίτι με επιπλωμένα δωμάτια. Το είχε η Μαρία Λεβιδακίν. Τις άλλες τις είχα νοικιασμένες για βρωμοδουλειές. Στη μία δεχόμουνα μια κυρία που με αγαπούσε, η άλλη βρισκόταν στην οδό Γκοροχοβίγιαστην και δεχόμουν την καμαριέρα της. Οι νοικοκύρηδες μου, κρατούσαν ένα στενόχωρο δωμάτιο, τόσο στενό, που αναγκαζόντουσαν ν’ αφήνουν ανοιχτή την πόρτα που επικοινωνούσε με την κάμαρά μου. Ο άντρας με μεγάλη γενειάδα και μακριά ρεντιγκότα υπάλληλος σ’ ένα μικρό γραφείο έφευγε το πρωί και γυρνούσε το βράδυ. Η γυναίκα, ξήλωνε παλιά κουρέλια και τα γύρναγε από την ανάποδη, έλειπε κι αυτή συχνά, για να παραδίδει τη δουλειά της. Έμενα μόνος μου με το κοριτσάκι τους, τη λέγανε Ματριόσα .Η μητέρα της την αγαπούσε, μα την έδερνε πολύ.
Μια μέρα του Ιουνίου χάθηκε από το τραπέζι μου ένας σουγιάς, δεν τον χρησιμοποιούσα και βρισκότανε εκεί πάνω χωρίς λόγο. Εκείνη την ώρα η μητέρα είχε βάλει της φωνές στη Ματριόσα για κάποιο κουρέλι, κατηγορώντας τη πως το είχε πάρει για τις κούκλες της. Μόλις της είπα για το σουγιά αγρίεψε ακόμα περισσότερο και άρχισε να την ξυλοφορτώνει εκείνη την ώρα βρήκα τον σουγιά πάνω στο κρεβάτι μου, μα δεν το είπα, κάθε κατάσταση άθλια και πρόστυχη προκαλεί μέσα μου θυμό, μα και κάποια ανέκφραστη ηδονή. Όταν αργότερα βρέθηκε το κουρέλι κάτω απ’ το τραπεζομάντηλο, η μικρή δεν έκανε ούτε ένα παράπονο, κοιτούσε μονάχα σιωπηλή .Το έκανε επίτηδες και τότε την παρατήρησα καλύτερα ξανθούλα, με πανάδες, πρόσωπο πρόστυχο, με έκφραση παιδιάστικη και εξαιρετικά γλυκιά.
Όταν η τιμωρία του κοριτσιού πήρε τέλος, έβαλα τον σουγιά στην τσέπη του γιλέκου μου και τον πέταξα στο δρόμο μακριά, για να μην μάθει ποτέ κανείς πως τον είχα βρει. Ένοιωσα πως ήταν παλιανθρωπιά, μα αισθάνθηκα μια κάποια ευχαρίστηση. Βαριόμουνα πολύ εκείνον τον καιρό σε σημείο που θα μπορούσα να πάω να κρεμαστώ κι αν δεν κρεμάστηκα, είναι γιατί περίμενα πάντα πως θα γίνει κάτι, κι αυτό το κάτι το περίμενα σε όλη μου τη ζωή. Τότε ασχολήθηκα για λίγο με τη Θεολογία μα η πλήξη μου έγινε χειρότερη, όσο για τα πολιτικά μου φρονήματα, μου γεννούσαν τη διάθεση να βάλω φουρνέλα στις τέσσερις άκρες του κόσμου.
Δίπλα από το κύριο δωμάτιο που κρατούσα, έμενε ένας υπάλληλος με την οικογένεια του, με καλό παρουσιαστικό ,αλλά φτωχός. Μόλις είχε πάρει τον μισθό του-εικοσιπέντε ρούβλια, περπατώντας στον διάδρομο είδα την πόρτα ανοιχτή και στην καρέκλα αφημένη η ρεντιγκότα του υπαλλήλου, έχωσα το χέρι μου μέσα, είχα πραγματικά ανάγκη από χρήματα εκείνη τη στιγμή παρόλο που θα έπαιρνα σε λίγες μέρες χρήματα από το ταχυδρομείο .Είχα εκείνη την εποχή πολύ όρεξη για ποτό και κέρασα όλη τη βρωμοπαρέα μου. Ύστερα έκανα γούστο να καρφώνω  τα μάτια μου επάνω του, αργότερα όμως ούτε κι αυτό μου έκανε κέφι.
Ύστερα από τρεις μέρες, γύρισα στη Γκοροχοβίγια μόλις μπήκα στο δωμάτιο είδα τη Ματριόσα καθισμένη δίπλα στο παράθυρο, έραβε, τραγουδώντας με σιγανή φωνή. Κάθισα δίπλα της και παίρνοντας την στην αγκαλιά μου της φίλησα το χέρι. Άρχισε να γελάει σαν παιδί, στη συνέχεια ντράπηκε και ξαφνικά έγινε κάτι παράξενο, η μικρή έβαλε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου και άρχισε να με φιλάει με θέρμη.  Το πρόσωπό της γέμισε έκσταση. Σηκώθηκα έξω φρενών κι εκείνη ταράχτηκε πολύ, το πρόσωπό της μου φάνηκε άξαφνα ηλίθιο. Είχε την πεποίθηση πως ήταν βαθύτατα ένοχη «σκότωσα τον θεό», έλεγε.
Την νύχτα εκείνη, χτυπήθηκα στην ταβέρνα, μα το πρωί ξύπνησα στο κύριο δωμάτιο, με είχε φέρει η Λιεβιαδκίν, μα αργότερα γύρισα στην Γκοροχοβίγια, εκείνο που με βασάνιζε ήταν πως φοβόμουνα και πως είχα συνείδηση ότι φοβάμαι. Γύρισα στο κύριο δωμάτιο και ξαπλώνοντας ένιωσα τέτοιο μίσος για κείνη που πήρα την απόφαση να τη σκοτώσω, τη σιχαινόμουνα που ρίχτηκε στο λαιμό μου. Γύρισα μέχρι τα μισά, μα στο κανάλι της Φοντάνκας το μετάνιωσα.
   Ξύπνησα κατά το μεσημέρι, ντράπηκα που θέλησα να γίνω φονιάς, ξεκίνησα για τη Γκοροχοβίγια, σαν έφτασα στην κάμαρα, βρήκα την καμαριέρα, τη Νίνα. Τούτη τη φορά ευχαριστήθηκα πολύ που την είδα. Στην άλλη γωνιά της κάμαρας, είδα τη Μαρτιόσα, δεν κρύφτηκε όπως την άλλη φορά.
Επέστρεψα στο κύριο δωμάτιο για δύο μέρες, βαριόμουνα αφάνταστα και αποφάσισα να φύγω για την Πετρούπολη.
Όταν όμως γύρισα στην Γκοροχοβίγια, να ξενοικιάσω την κάμαρα βρήκα την νοικοκυρά πολύ στεναχωρημένη, η Ματριόσα εδώ και δύο μέρες ήταν άρρωστη και είχε παραμιλητά στον ύπνο της «σκότωσα τον Θεό», έλεγε.
   Αποφάσισα να γυρίσω όταν θα έφευγε η μητέρα της, όπως και έκανα, κάθισα στο ντιβάνι, η Ματριόσα ήταν ξαπλωμένη στο σκοτεινό καμαρίνι, πίσω από ένα παραβάν, στο κρεβάτι της μητέρας της. Ξαφνικά η μικρή σηκώθηκε και φάνηκε στο κατώφλι της κάμαράς μου. Ήμουν τόσο χυδαίος που αισθάνθηκα χαρά καθώς την είδα να έρχεται εκείνη πρώτη. Τι ανανδρία φανέρωνε όλο αυτό και πόσο ντράπηκα !Είχε αδυνατήσει πολύ, σε λίγο σχημάτισα την ιδέα πως δε με φοβότανε. Άρχισε να κουνά το κεφάλι της, σα να με κατηγορούσε, άπλωσε απότομα τη γροθιά της και με φοβέρισε από τη θέση της. Ύστερα έκρυψε το πρόσωπό της με τα χέρια της κι έτρεξε προς το παράθυρο, γύρισα στην κάμαρά μου και κάθισα κι εγώ κοντά στο παράθυρο. Τότε είδα στο φύλλο του γερανιού μια μικρή κόκκινη αράχνη. Άκουσα όμως τα βιαστικά της βήματα και την είδα να βγαίνει από την πόρτα. Την ακολούθησα αμέσως και πρόλαβα να δω, πως έμπαινε σε μια μικρή αποθήκη δίπλα στον απόπατο. Κοίταξα το ρολόι, δεν καλοξέρω γιατί. Μου ήρθε στο νου πως κανένας δεν με είχε συναντήσει, έπρεπε να αποφύγω κάθε συναπάντημα. Κοίταξα ώρα πολλή από τη σκισμάδα, γιατί ήταν σκοτεινά , όχι όμως ολότελα σκοτεινά.. μ’ άλλα λόγια είδα ότι μου χρειαζότανε.
Ύστερα από τρεις ώρες ήμουνα με όλη τη βρωμοπαρέα και έπινα τσάι, ήμουν πολύ εύθυμος, μα παράλληλα ένιωθα όλη την ανανδρία και την ατιμία μου , όμως δεν ντρεπόμουνα γι’ αυτό. Είχα χάσει την αίσθηση του καλού και του κακού.
Είχα τέσσερα τα μάτια μου και περίμενα πως κάτι θα μου τύχει και στις έντεκα το βράδυ έτρεξε η κόρη του πορτιέρη από το σπίτι της Γοροχοβίγιας φέρνοντάς μου την είδηση πως η Ματριόσα κρεμάστηκε . Ακολούθησα το κορίτσι ,ήταν εκεί κόσμος πολύς και αστυφύλακες. Με ρωτήσανε λίγα πράγματα, όσο για την παρουσία μου στο σπίτι εκείνο το βράδυ, αυτή δεν την υποπτεύτηκε κανένας. Η υπόθεση λοιπόν δεν είχε συνέπειες.
Δεν ξαναγύρισα εκεί ολόκληρη τη βδομάδα κι όταν ξαναπήγα ξενοίκιασα το δωμάτιο με την πρόφαση πως στεναχωριόμουνα να φέρνω την Νίνα σε τέτοια κατοικία.
Κοιτάζοντας μια μέρα τη στραβοκάνα τη Μαρία Λιεβιαδκίνα  αποφάσισα άξαφνα να την παντρευτώ. Δεν ήταν ακόμη τρελή μόνο ηλίθια, κουρόπαρτη και κρυφά ερωτευμένη μαζί μου . Μόλις τελείωσε η τελετή του γάμου έφυγα για την επαρχία, όπου έμενε η μητέρα μου.  Ταξίδεψα στην Ανατολή, σ’ ένα μοναστήρι του Αγίου Όρους ,πήγα στην Αίγυπτο, ταξίδεψα στην Ελβετία και έφτασα στην Ισπανία και παρακολούθησα για έναν χρόνο μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης.
Περνώντας από την Φραγκφούρτη πριν δύο χρόνια, είδα σε μια βιτρίνα ανάμεσα σε πολλές φωτογραφίες ,την εικόνα ενός νεαρού κοριτσιού που έμοιαζε εξαιρετικά με την Μαρτιόσα. Αγόρασα την φωτογραφία και την έβαλα πάνω από το τζάκι μου, ωστόσο δεν την κοίταξα ποτέ κι όταν έφυγα από την Φραγκφούρτη την ξέχασα.
Πέρυσι την άνοιξη καθώς περνούσα από την Γερμανία ξέχασα να κατέβω στον σταθμό που έπρεπε, το επόμενο τρένο θα έφευγε στις έντεκα το βράδυ, μου δείξανε ένα περίφημο ξενοδοχείο και εκεί κατά τις τέσσερις το απόγευμα έπεσα για να ξεκουραστώ. Τότε είδα ένα αλλόκοτο όνειρο, βρισκόμουνα μέσα σε έναν πίνακα του Κλώντ Λορραίν  «Άκις και Γαλάτεια», ήταν ένας μικρός μαγευτικός όρμος του ελληνικού αρχιπελάγους όπου οι άνθρωποι ξυπνούσανε και κοιμόντουσαν ευτυχισμένοι και αγνοί . Όταν ξύπνησα ένα συναίσθημα αδοκίμαστης ευτυχίας γέμισε την καρδιά μου κάνοντάς τη να πονάει. Έκλεισα ξανά γρήγορα τα μάτια διψώντας να βυθιστώ ξανά στο όνειρο, άξαφνα όμως μέσα στο ολόλαμπρο φως είδα ένα στίγμα σκοτεινό που πήρε τη μορφή μιας μικρής κόκκινης αράχνης. Πετάχτηκα επάνω, είχα δει τη μορφή της Ματριόσα, τέτοιον πόνο δεν είχα ξανανιώσει. Από τότε η οπτασία της φανερώνεται σχεδόν κάθε μέρα μπροστά μου. Έχω κι άλλες πολλές αναμνήσεις ακόμα χειρότερες, σκότωσα σε μονομαχία δύο ανθρώπους, φέρθηκα πολύ άτιμα σε μία γυναίκα και πέθανε από το κακό της. Έχω στη συνείδηση μου μια δηλητηρίαση με προμελέτη που πέτυχε και έμεινε άγνωστη. Όμως καμία από αυτές τις αναμνήσεις δεν μου ξυπνάει συναίσθημα παρόμοιο με τη θύμηση της Ματριόσα.
Δυο μήνες ύστερα από το θαυμαστό εκείνο όνειρο, μου ήρθε η διάθεση να ερωτευτώ ξανά στην Ελβετία. Μου ερχότανε πάλι η επιθυμία να κάνω ένα καινούριο έγκλημα, να γίνω με άλλα λόγια δίγαμος, όμως το έσκασα με τη συμβουλή μιας άλλης κόρης που της είχα φανερώσει πολλά. Της είπα πως δεν αγαπούσα καθόλου αυτή που ήθελα να πάρω και πως δεν μπορούσα να αγαπήσω ψυχή.
Έτσι πήρα την απόφαση να τυπώσω τούτα εδώ τα φύλλα σε τριακόσια αντίτυπα  και να τα κουβαλήσω μαζί μου στη Ρωσία.
Ξέρω ότι από την άποψη της ποινικής νομοθεσίας δεν έχω να πάθω τίποτα, μονάχος μου κατηγορώ τον εαυτό μου . Εκείνο που θέλω, είναι να με αντικρίζουμε όλοι όσοι την διαβάζουν όπως τους αντικρίζω και εγώ . Όσοι περισσότεροι είναι αυτοί τόσο το καλύτερο. Αν γινότανε ξανά κάποια έρευνα στα αρχεία της Πετρούπολης ίσως βρίσκανε κάποιο χνάρι, εγώ όμως δεν θα ταξιδέψω, θα καθίσω στο Σκβορεσνίκι, στο κτήμα της μητέρας μου, αν με γυρέψει κανείς θα παρουσιαστώ στη στιγμή».
                                                         Νικόλας Σταυρόγκιν

·         Δημιουργία θεατρικού – συζήτηση εκτός θεατρικού ρόλου – δημιουργία δράσης και στοχασμού νέου περιβάλλοντος –– διαμόρφωση της ιστορίας

v  Ο Σταυρόγκιν είχε το γνώθι της άσωτης ζωής του και συνειδητά δεν έβρισκε καμία ευχαρίστηση σ’ αυτή. Για ποιους λόγους δεν κατάφερε να την αλλάξει;
v  Κρατούσε τρείς κατοικίες. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το κοινωνικό του επίπεδο και την προσωπικότητά του;
v  Για ποιους λόγους ο Σταυρόγκιν δεν αποκάλυψε την παρουσία του σουγιά;
v  Για ποιους λόγους ένιωσε ευχαρίστηση βλέποντας τη Ματριόσα να συνεχίζει να υποφέρει τον ξυλοδαρμό από την μητέρα της;
v  Εξαφανίζοντας τον σουγιά, πετώντας τον στον δρόμο τι συμπεραίνουμε για τον Σταυρόγκιν;
v  Πως μπορεί να ένιωσε η Ματριόσα την ώρα του ξυλοδαρμού της μπροστά σε ένα τρίτο άτομο;
v  Πόσο σημαντικό ρόλο αποτελεί το κοινωνικό υπόβαθρο των γονιών της Ματριόσα προς την αντιμετώπιση στο παιδί;
v  Γιατί η Ματριόσα μετά τις κατηγορίες και τους ξυλοδαρμούς δεν διαμαρτυρόταν;
v  Άραγε η μητέρα της Ματριόσα χτυπώντας τη άδικα ξεσπούσε πάνω της όλο τον κοινωνικό και βιοτικό της θυμό;
v  Πόσο καθαρή αντίληψη των άγριων σκέψεων και πράξεών του είχε ο Σταυρόγκιν;
v  Που μπορεί να αποδοθεί η ευχαρίστηση που ένιωθε κάνοντας ανήθικες πράξεις, αναγνωρίζοντας τες ως ανήθικες;
v  Που οφειλότανε η ανία και η βαρεμάρα που ένιωθε;
v  «κι αν δεν κρεμάστηκα είναι γιατί περίμενα πάντα πως θα γίνει κάτι κι αυτό το περίμενα σ’ όλη μου τη ζωή» Τι μπορεί να περίμενε ο Σταυρόγκιν στη ζωή του;
v  τι παρατηρούμε για τα πολιτικά του φρονήματα και πόσο αυτά μπορεί να επηρέασαν την ατομική του ζωή;
v  Κλέβοντας το μισθό του γείτονά του τι συμπεραίνουμε για τη σχέση του Σταυρόγκιν με το χρήμα και την εξουσία;
v  Τι συναισθήματα γεννούσε η Ματριόσα στον Σταυρόγκιν;
v  Θεωρείτε ότι ο Σταυρόγκιν ήθελε να προκαλέσει τη Ματριόσα παίρνοντάς τη στα γόνατά του; Γιατί αισθανόταν φόβο μετά από αυτό το γεγονός;
v  Τι συναισθήματα έτρεφε η Ματριόσα για τον Σταυρόγκιν;
v  Θα αποκάλυπτε ποτέ η Ματριόσα τις τρυφερές κινήσεις του Σταυρόγκιν προς αυτή;
v  Ποια ήταν η ψυχολογική κατάσταση του Σταυρόγκιν πριν τον φόνο;
v  Πως ένιωσε ο Σταυρόγκιν όταν η Ματριόσα σήκωσε τη γροθιά της και του επιτέθηκε με αυτή τη χειρονομία;
v  Τι μπορεί να εννοούσε η Ματριόσα λέγοντας : «Σκότωσα το Θεό»;
v  Η Ματριόσα έμεινε στην αποθήκη για αρκετή ώρα. Άραγε προκάλεσε με αυτόν τον τρόπο το θάνατό της;
v   Πως λειτούργησε ο γάμος με τη Μαρία Λεβιαδκίν στην ψυχολογία του Σταυρόγκιν;
v  Βρήκε λύτρωση στα μέρη που περιπλανήθηκε;
v  Πως λειτούργησε το όμορφο όνειρο που είδε;
v  Με τη δημοσίευση της γραπτής εξομολόγησης θα έβρισκε λύτρωση πραγματική ο Σταυρόγκιν;

·         Τεχνική : θέατρο Forum – Κοινωνική – Ηθική - Συναισθηματική  διάσταση
   Δύο παίκτες αναλαμβάνουν τους ρόλους της Ματριόσα και της μητέρας της αναπτύσσοντας μια υποθετική λογομαχία. Καθένας μπορεί να αναλάβει το ρόλο με ένα νεύμα.

·         Τεχνική: Η καρέκλα των αποκαλύψεων- Η ψυχοσύνθεση του Σταυρόγκιν
Ένας παίκτης αναλαμβάνει τον ρόλο του Σταυρόγκιν, οι υπόλοιποι παίκτες του υποβάλουν ερωτήσεις.

·         Τεχνική: Τούνελ της συνείδησης
Οι παίκτες δημιουργούν ένα τούνελ με μια λευκή μακρόστενη γάζα ένας παίκτης αναλαμβάνει τον ρόλο του Σταυρόγκιν ακούγοντας τις συνειδήσεις των υπόλοιπων παικτών.

·         Τεχνική: Παγωμένη εικόνα- Κοινωνική, Φαντασιακή κατάσταση
Η ομάδα χωρίζεται σε τρεις υποομάδες και δημιουργεί τρεις παγωμένες εικόνες-στιγμιότυπα από το δραματικό περιβάλλον της εξομολόγησης.
Οι υπόλοιπες υποομάδες περιγράφουν και αποσυμβολοποιούν τις υπόλοιπες παγωμένες εικόνες.

·  Τεχνική: Στοχαστική διερεύνηση- Γραφή και ανάγνωση σε ρόλο-οπτική γωνία-αξιολόγηση
Στοχασμός και γραφή πάνω στο γράμμα του Σταυρόγκιν, ανάληψη ρόλων και γραφή σύμφωνα με τις στάσεις, τις αντιλήψεις και τη φαντασία του κάθε παίκτη.

·         Διεξοδική διερεύνηση των θεματικών σκηνών
·         Σκηνική παρουσίαση του θέματος (σε θεατρικό ρόλο)
·         Συνολική αξιολόγηση (ομαδική- ατομική)


Σταυρούλα Καρτσακλη 

"Τ΄αγνάντεμα" - Παπαδιαμάντης


Παλτό που τη θλίψη της σκεπάζει η βροχή
Το σώμα σπαρταρά στις προσταγές του ανέμου  και αλλάζει κατεύθυνση σε κάθε θύμηση που επισκέπτεται το μυαλό  
Μόλις ανοίξει ο καιρός οι ηλιαχτίδες χαράζουν  στο κορμί τη προσμονή
Λειαίνουν τη πέτρινη κορμοστασιά και αφήνουν το πρόσωπο να πάρει ξανά τη πρώτη του μορφή
Μάγουλα λευκά και  χείλη κόκκινα σαν τις φράουλες
Δυο μάτια αχόρταγα σαν τα στήθη έφηβης που γεννιέται μέσα της ο έρωτας
Αδειάζουν  το γαλάζιο τους χρώμα  στη  θάλασσα
Υγρό χάδι η θάλασσα να στείλει στον αγαπημένο 

Νίκη Σαμίου

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Ο Έρωτας στα χιόνια - Εργαστήριο Διερευνητικής Δραματοποίησης

   «Ο Έρωτας στα χιόνια», του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Αντικείμενα που χρησιμοποιούνται : Λευκή γάζα, παλιό  παλτό, άσπρες κόλλες Α4, κλάβες, Cdplayer

           I.    Α’ Φάση: Δημιουργία ατμόσφαιρας ομάδας
{ μουσική: }
   Οι ασκήσεις πραγματοποιούνται έπειτα από λεκτική καθοδήγηση του εμψυχωτή.
α) Άσκηση χαλάρωσης, παρατηρητικότητας, συγκέντρωσης της προσοχής, φωνή, γνωριμίας
Τα άτομα αρχίζουν να τεντώνουν  τα άκρα τους (αυχένα, ώμους, αγκώνες, χέρια, δάκτυλα, πόδια, γόνατα, πατούσες) σιγά σιγά σαν σε πρωινό ξύπνημα, παρατηρώντας ο καθένας τα μέλη του να απομακρύνονται από το κορμό. Καθώς τα σωματικά μέλη   ξεδιπλώνονται στο χώρο, όποιος θέλει μπορεί να συνοδέψει με κάποιο ήχο την κίνησή του. Καθώς περπατούν,  παρατηρούν τους άλλους, τον τρόπο που τα μέλη τους κινούνται και ανοίγονται στο χώρο καθώς  το πρόσωπό τους και την έκφρασή τους.
β) Άσκηση σωματικής κίνησης και έκφρασης
Η ομάδα περπατά ελεύθερα αλλάζοντας συχνά κατεύθυνση στο χώρο (αργά, γρήγορα, στις μύτες, στις φτέρνες κ.α.).
 { σταμάτημα της μουσικής και  χτύπημα από κλάβες }
Η ομάδα μένει  ακίνητη.
{ ήχος από καμπάνες, Χριστουγεννιάτικη μουσική }
  Η ατμόσφαιρα αλλάζει και γίνεται Χριστουγεννιάτικη.
γ) Άσκηση φαντασίας και μεταμορφώσεων
Τα άτομα ετοιμάζονται να βγούν στη πλατεία του χωριού να συναντήσουν τους φίλους και τους συγγενείς τους. Ντύνονται ζεστά  γιατί έξω το κρύο είναι βαρύ (μπουφάν , κασκόλ, μπότες κ.α. προτείνει η ομάδα), πίνουν ζεστό τσάι , καφέ, σοκολάτα για να ζεσταθούν .
δ) Άσκηση γνωριμίας
Αφού ετοιμάστηκαν, γνωρίζονται  με όποιον συναντούν (κάθε φορά και διαφορετικό) και με όποιο τρόπο επιθυμούν μέσα στην  χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα των ημερών .
{ σταμάτημα μουσικής }
Τα άτομα μένουν ακίνητα. Ο εμψυχωτής σκορπά  στο χώρο τις χιονόμπαλες, εισάγοντας το στοιχείο του χιονιού στο δραματικό περιβάλλον.
{ μουσική χριστουγεννιάτικη  }
στ) Καθοδηγημένος αυτοσχεδιασμός
 Ο καθένας  εμπλέκεται ατομικά ή σε ζευγάρια σε φανταστικό παιχνίδι με  αφορμή την ύπαρξη των χιονόμπαλων, ενώ ο εμψυχωτής ενισχύει λεκτικά τον αυτοσχεδιασμό.
{ σταμάτημα μουσικής }
Η ομάδα μένει ακίνητη. Ο εμψυχωτής την καλεί να κλείσει τα μάτια ώστε να αφουγκραστεί ο καθένας μέσα από το σώμα του, την κρύα χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα και τους άλλους γύρω του. Περιγράφοντας την κρύα ατμόσφαιρα, εισάγει το παλτό, εναποθέτοντας το στην πλάτη ενός ατόμου και καλώντας την ομάδα να το επεξεργαστεί.
{ μουσική χριστουγεννιάτικη }
Δράση
{ σταμάτημα μουσικής }
Η ομάδα μένει ακίνητη. Ο εμψυχωτής  τοποθετεί τη λευκή γάζα  με τέτοιο τρόπο, ώστε να σχηματίζει ένα δακτύλιο στο έδαφος και μέσα σε αυτόν τοποθετεί τις χιονόμπαλες. Πάνω σε αυτές εναποθέτει το παλτό. 
Ο εμψυχωτής  καλεί την ομάδα, αφού χόρτασαν το κρύο , το χιόνι, το  χριστουγεννιάτικο αυτό πρωινό, να επιστρέψουν στον κύκλο της ομάδας  διασχίζοντας το άσπρο απ’ το χιόνι σοκάκι και να βρούν τη θέση τους πάνω σε αυτό. Στο κέντρο του κύκλου βρίσκονται οι χιονόμπαλες και πάνω τους το παλτό.

          II.     Φάση: Γνωριμία με το αρχικό περιβάλλον
v   Επαφή με το ερέθισμα
 Τα άτομα αρχίζουν να έρχονται κοντά με το παλτό να το αγγίζουν, να το αφουγκράζονται, μπορούν  να το  αγγίξουν και να το ψάξουν.
Στο παλτό υπάρχει ένα κλειστό συστημένο γράμμα, στην εσωτερική τσέπη του, στο οποίο η ημερομηνία δε φαίνεται καθαρά λόγω της παλαιότητάς του, αλλά και γιατί έχει μουσκέψει από τη βροχή μαζί με το παλτό. Ο παραλήπτης είναι κάποιος κύριος Γιάννης (ο μπαρμπα- Γιαννιώς νεότερος) και στη θέση του αποστολέα το όνομα του γείτονα στο χωριό. Το γράμμα είναι το εξής:

Σου στέλνω αυτό το γράμμα, εκ μέρους της γυναίκας σου, για να σου μεταφέρω νέα της οικογενείας σου. Επιθυμεί να στα αναγγείλλει η ίδια, αλλά δυσκολεύεται αφού δεν ξέρει γράμματα. «Δεν πάνε 2 μήνες που μπαρκάρησες για τη Μασσαλία και ο γιατρός του χωριού μόλις μου ανακοίνωσε τα νέα για την, ανάστατη το τελευταίο καιρό, υγεία μου. Πόσο θα χαιρόσουν αν ήσουν εδώ και τον είχες ανταμώσει. Θα στα έλεγε αυτός όπως ακριβώς τα είπε σε εμένα. Δε βαστώ να μιλώ από  δάκρυα χαράς. Δε θα σε ταλαιπωρήσω άλλο.  Η υγεία μου είναι ασθενική , αλλά αυτή τη φορά είναι ένα παιδί που σαλεύει μέσα μου και ταράζει τα σωθικά μου. Το παιδί μας. Πόσο το περιμέναμε αυτό το παιδί. Δεν είσαι εδώ για να το χαιδέψεις παρά αφουγράζεσαι  τα φουρτουνιασμένα κύμματα και μελετάς τους χάρτες του ουρανού για να χαράξεις την ταραγμένη πορεία σου. Ανησυχώ για σένα αλλά τώρα ανησυχώ και ευγνομονώ συνάμα το Θεό για το παιδί μας. Σε περιμένουμε να γυρίσεις να μας επισκεφθείς  όπως πάντα, γεμάτος νέες ιστορίες για τις θάλασσες και τα μυστικά της.»
    ΙΙΙ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ – ΝΕΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
v  Πρώτες επισημάνσεις για την εξέλιξη της ιστορίας
   Ο εμψυχωτής ρωτά για πληροφορίες γύρω από την προέλευση του παλτού:

- Τι γυρεύει εκεί , μακριά από τον ιδιοκτήτη του, στη μέση του χειμώνα;
- Τι μαρτυρά για την πολιτισμική επαγγελματική ταυτότητα του ιδιοκτήτη;
- Αυτός που το φορούσε ήταν άντρας ή γυναίκα;
- Ποιός μπορεί να το άφησε εκεί και γιατι;
- Τι μπορούμε να κάνουμε τώρα που βρέθηκε στο δρόμο μας;

Συζήτηση και συνόψιση των νέων στοιχείων που προέκυψαν γύρω από την προέλευση του παλτού και την ιστορία που ξεδιπλώνεται από το γράμμα. Ο εμψυχωτής προτρέπει την ομάδα να ταξιδέψει για να παραδώσει το γράμμα που για κάποιο λόγο έμεινε στο παλτό και δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη,  ώστε να του μεταφέρουν τα ευχάριστα νέα.
v  Δημιουργία δράσης και στοχασμού
α) Καθοδηγημένη φαντασία
Τα μέλη της ομάδας γίνονται ναυτικοί και ταξιδεύουν στο λιμάνι της Μασσαλίας για να βρούν τον παραλήπτη του γράμματος να του παραδώσουν το γράμμα. Ετοιμάζουν το καράβι, παίρνουν κυάλια, ετοιμάζουν τους χάρτες, αποχαιρετούν τις οικογένειές τους για το ταξίδι.
β) Παγωμένη εικόνα – Θέατρο Φόρουμ
Τα άτομα χωρίζονται σε ομάδες, πιθανόν ανάλογα με τη δουλειά που είχαν αναλάβει ως ναυτικοί και αναλαμβάνουν να δημιουργήσουν δράσεις που καταλήγουν σε παγωμένες εικόνες με θέμα  τη ζωή τους στη θάλασσα. Δράσεις αυτοσχεδιαστικές που συνθέτουν σταδιακά μία εικόνα.  Κάθε φορά η μία ομάδα λειτουργεί ως θεατής για την άλλη. Τα μέλη της ομάδας θεατών μπορούν, αφού σχηματιστεί η εικόνα, να παρέμβουν και να τη μετασχηματίσουν.
γ) Ανίχνευση της σκέψης
Ο εμψυχωτής ρωτά τα «κομμάτια» των εικόνων για να μάθει βαθύτερες σκέψεις και συναισθήματα.
Η ομάδα κατεβαίνει στο λιμάνι για να βρεί τον παραλήπτη. Τον αναζητά στους ναυτικούς στο λιμάνι.
δ) Ο εμψυχωτής σε ρόλο  ναυτικού.
Τους ρωτά αν ψάχνουν κάποιον. Τους απαντά, ότι πάει καιρός από το τελευταίο ταξίδι του και ότι δε μπαρκάρει πια. Αν θέλουν να τον βρούν πρέπει να τον ψάξουν στο χωριό. Λίγο πρίν φύγει, τους συμβούλεψε να τον παροτρύνουν  να τους πει ιστορίες από τη θάλασσα  καθώς είναι πολύ καλός αφηγητής μετά από τόσες περιπέτειες που έχει ζήσει..
ε) Συγγραφή ημερολογίου
Ο καθένας γράφει ή ζωγραφίζει μία σελίδα για το ναυτικό ημερολόγιό  του, την πιο τρελή περιπέτεια που έζησε στο ταξίδι του στη θάλασσα ή τη στιγμή που δε θα ξεχάσει ποτέ. Τις παρουσιάζουν μόλις φθάσουν στο χωριό.
Η ομάδα φθάνει στο χωριό και αναζητά τον παραλήπτη του γράμματος.
στ) Ο εμψυχωτής σε ρόλο κατοίκου του χωριού
Ο εμψυχωτής μπαίνει σε ρόλο κάτοικου του χωριού. Ο κάτοικος παίρνει το γράμμα, το διαβάζει και καταλαβαίνει ότι πρόκειται για την ιστορία του μπαρμπα-Γιαννιού. Τους αναφέρει, λοιπόν, ότι πάει πολύ καιρός από τότε που γεννήθηκε αυτό το παιδί και ο Γιάννης, στο όνομα του παραλήπτη, είναι πλέον  «μπαρμπα-Γιαννιώς». Συνεχίζει , « Ο μπαρμπα-Γιαννιώς ο Έρωντας» . Πρότεινε να κάτσουν μαζί του στο καφενείο του χωριού για να τους πει την ιστορία του μπαρμπα-Γιαννιού. Τους είπε για τα ταξίδια του, τις ιστορίες του από τα λιμάνια, για το θάνατο της γυναίκας του και του παιδιού του, για το γυρισμό του στο χωριό και τη θλίψη του για τα μαντάτα  της οικογένειάς του. Τους είπε για τη ζωή του στο χωριό, για το σοκάκι και τα τραγούδια του, για τη γειτόνισσα και τον καημό του. Τους άφησε λέγοντας:  «Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν».
Θεατρικές τεχνικές που μπορεί να ακολουθήσουν :
α) Συλλογικός χαρακτήρας του μπαρμπα-Γιαννιού-
Με λεκτική καθοδήγηση από τον εμψυχωτή, κάθε μέλος της ομάδας μπαίνει στο ρόλο του μπαρμπα-Γιαννιού. «Μία νύχτα που επιστρέφει μεθυσμένος από το κρασί στο σπίτι μονολογεί σκέψεις φωναχτά, άλλοτε για τη γυναίκα του, άλλοτε για το παιδί του, άλλοτε για τη γειτόνισσα. Βυθισμένος στη μέθη, αυτή που κρατά ζωντανές τις αναμνήσεις του, σαν τους είχε μπροστά του. Εκεί, στο χιονισμένο σοκάκι. Μπροστά του. Ολοζώντανους». Με το άγγιγμα του εμψυχωτή κάθε άτομο μπορεί να πει χωρίς να βγεί από το ρόλο τις σκέψεις του στους άλλους.
β) Καρέκλα αποκαλύψεων για το μπαρμπα-Γιαννιώ και τη γειτόνισσα  ή για άλλους ρόλους που η ομάδα θα έχει επιλέξει
γ) Περίγραμμα των χαρακτήρων 
δ) Διάδρομος της συνείδησης

 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Ο εμψυχωτής έρχεται με  την ομάδα σε κύκλο και στη μέση τοποθετεί το παλτό και το γράμμα. Τους καλεί να χαλαρώσουν το σώμα τους και παρατηρήσουν  το παλτό και το γράμμα. Ύστερα να φέρουν στις σκέψεις τους τις περιπέτειες που πέρασαν στη θάλασσα, τη γνωριμία τους με το χωριό και τους κατοίκους του. Τη ζωή του μπαρμπα-Γιαννιού.
Στη συνέχεια, να νιώσουν το σώμα τους να ζωντανεύει, μέσα στο κρύο του χειμώνα, και το αίμα τους να κυλάει και να τους ζεσταίνει, να τους φέρνει κοντά. Τώρα, αφού ανοίξουν  τα μάτια, μπορούν να κοιτάξουν ξανά το παλτό και αυτό τώρα δε θα μοιάζει το ίδιο. Μπορεί ο καθένας να βρεί το δικό του σημείο πάνω στο παλτό και να το αγγίξει, να το μυρίσει, να το γνωρίσει και να το αποχαιρετήσει.
Στη συνέχεια, μπορεί ο καθένας να κόψει ένα κομματάκι από το γράμμα και να το κρατήσει για πάντα μαζί του.
Στη θέση του γράμματος του μπαρμπα-Γιαννιού μπορεί ο καθένας να βάλει ένα δικό του γράμμα για μια δική του ιστορία που συνέβη κάποτε, κάποια περασμένα αλλά όχι ξεχασμένα Χριστούγεννα …
       
 Νίκη Σαμίου