Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Όλη η αλήθεια για το «έγκλημα» της οδού Ανθέων



Θαρρώ πως ήρθε η  ώρα να βάλω μια τελεία σε αυτήν την υπόθεση και να αποκαταστήσω την αλήθεια. Και είμαι η πλέον αρμόδια να το κάνω, αφού αυτή η ιστορία γεννήθηκε κυριολεκτικά στο μυαλό μου, για να πάρει στη συνέχεια απρόβλεπτες και ανυπολόγιστες διαστάσεις.
Όπως είχα εξαρχής εκμυστηρευτεί στον κυρ-Γιώργη, τον περιπτερά- και αυτή είναι η αλήθεια- πάντα ονειρευόμουν να γίνω μια επιτυχημένη συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Και από τότε που έμεινα χωρίς υποχρεώσεις και με άφθονο ελεύθερο χρόνο πασχίζω να το πραγματοποιήσω. Αλλά η ρημάδα η έμπνευση δε μου κάνει τη χάρη ! Η μούσα μου έχει πάει διακοπές! Μήνες τώρα γράφω και σβήνω, σχεδιάζω και απορρίπτω, παρατηρώ και καταγράφω τους ανθρώπους γύρω μου, διαβάζω τα αστυνομικά ρεπορτάζ των εφημερίδων ψάχνοντας για μια ιδέα αληθινά πρωτότυπη, αλλά τίποτα ! Ισως πρέπει να το πάρω απόφαση, δεν έχω συγγραφικό ταλέντο... Μα πάλι, δεν μπορώ να παραιτηθώ έτσι απλά από το πιο τρανό μου όνειρο...
Έτσι, όταν εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα που η αγαπημένη μου θεία Ιοκάστη, μετά από μια μακρά και πολύ συγκινητική συζήτηση, με αποχαιρέτησε κι έφυγε ήσυχα για το μεγάλο της ταξίδι, καθώς καθόμουν και την κοίταζα να βαραίνει άψυχη στο καροτσάκι της, κι έκλαιγα κι έκλαιγα βουβά, ανήμπορη να κάνω οτιδήποτε άλλο, έξαφνα μια παράξενη ιδέα άστραψε στο μυαλό μου: Τι θα γινόταν αν «σκηνοθετούσα» το θάνατο της θείας έτσι που να μοιάζει ύποπτος; Τι ιστορίες θα σκαρφίζονταν ή θα ξέθαβαν οι συνένοικοι και οι περίοικοι; Τι υλικό πολύτιμο θα συγκέντρωνα για το βιβλίο μου... Σε στιγμές ακραίου πόνου το μυαλό λειτουργεί περίεργα. Τη θεία Ιοκάστη την αγαπούσα βαθειά, περισσότερο ίσως κι απ’τη μάνα μου, που είχε φύγει πολύ νέα.  Αλλά κι εκείνη μοιραζόταν μαζί μου ό,τι δεν μπορούσε να μοιραστεί με τα παιδιά της... Τέλος πάντων, εκείνη τη στιγμή πίστεψα πως η θεία  μου με το θάνατό της μου έστελνε ένα μήνυμα, πως  μου έκανε ένα δώρο.. Ούτε που σκέφτηκα τότε πως έκανα κάτι ανάρμοστο, ούτε καν πως θα μπορούσα να μπλέξω άσχημα. Σαν μέσα σε όνειρο, έσπρωξα το καροτσάκι με τη σωρό της θείας μου, το έβαλα στο ασανσέρ, κατεβήκαμε στο ισόγειο και απο εκεί, προσέχοντας να μη με  δει κανένας, άδειασα το άψυχο σώμα της στο πεζοδρόμιο. Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη «σκηνοθεσία» (ευτυχώς), γιατί μου φάνηκε πώς άκουσα βήματα , κι έφυγα τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όταν αργότερα συνειδητοποίησα τι είχα κάνει, τρόμαξα με τον εαυτό μου και ντράπηκα φρικτά, αλλά ήταν πια αργά. Ούτε στην κηδεία δεν κατάφερα να πάω και στο διαμέρισμα της Ανθέων, που η θεία μού άφησε-μου είχε αποκαλύψει το περιεχόμενο της διαθήκης εκείνο το μοιραίο απόγευμα- δεν βρήκα το κουράγιο να επιστρέψω παρά μετά από αρκετές εβδομάδες. Μου ήταν ανυπόφορο, έπρεπε όμως να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες που η θεία μου είχε εμπιστευτεί. Κυρίως να φροντίσω να πάει η «κόρη» εκεί που έπρεπε, μην πέσει σε λάθος χέρια. Όταν εγκαταστάθηκα στη γειτονιά, έμαθα από τον κυρ- Γιώργη ότι ο θάνατος της θείας είχε θεωρηθεί ατύχημα-αν και κάπως περίεργο, λόγω της υποτιθέμενης αναπηρίας της- και η υπόθεση είχε κλείσει. Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ ή να στενοχωρηθώ διπλά γι αυτό. Όχι μόνο είχα διαπράξει μια ασυγχώρητη απρέπεια απέναντι στη θεια μου, μα και το «σχέδιό» είχε αποβεί μάταιο!
Ώσπου κάποια μέρα, ένας παλιός μου μαθητής και νυν αστυνομικός, ο Χάρης, αποφάσισε να το παίξει «Μπέκας» στη θέση του Μπέκα (απλή συνεπωνυμία, καμία σχέση το συγκεκριμένο «όργανο» με το γνωστό ήρωα  του Μαρή) και ανακίνησε την υπόθεση. Ασφαλώς τα αγαπητά μου ξαδέρφια έχουν βάλει το χέρι τους. Αν και η θεία τους μοίρασε δίκαια όλη την υπόλοιπη περιουσία της, αυτοί έχουν βαλθεί να με ενοχοποιήσουν, για να προσβάλουν τη διαθήκη, να με πετάξουν έξω από το διαμερισματάκι και να βάλουν στο χέρι το «περιεχόμενό» του. Ειδικά ο αγαπητός μου εξάδελφος έχει και τα μέσα και το ήθος για να πληρώσει «μάρτυρες» και να κυνηγήσει το σκοπό του. Κι αυτή η δικηγορίνα που πηγαινοέρχεται τώρα τελευταία στη γειτονιά, δήθεν ότι ασχολείται με τις υποθέσεις του Νάσου (ή Μήτσου ή...τρέχα γύρευε), τον ξάδερφο εκπροσωπεί, είμαι σίγουρη!
Πάντως είναι απίστευτο πώς δουλεύει η φαντασία των ανθρώπων όταν κάτι τους ταρακουνήσει από τη μίζερη και ανιαρή τους καθημερινότητα, πώς σταματάει η λογική τους μπροστά στο προφανές, αλλά και πώς γλυστράει η γλώσσα τους όταν «λαδωθεί» κατάλληλα. Τι σενάρια ήρθαν στο φως και τι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες «θυμήθηκαν» άνθρωποι που δεν είχαν δει καλά-καλά τη θεία μου! Τι ότι ήταν μπλεγμένη σε κύκλωμα αρχαιοκαπηλείας (αυτή, που τον μοναδικό θησαυρό που απόκτησε ποτέ από τις πολύχρονες ανασκαφές της, τον απόκτησε με νόμιμο τρόπο και τον φύλαγε ως «κόρη» οφθαλμού), τι ότι την εκβίαζαν, ότι την έσπρωξαν από το μπαλκόνι, ότι αυτοκτόνησε κι άλλα πολλά και ευφάνταστα. Κανείς δε θυμόταν πια ότι το καροτσάκι βρέθηκε (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να βρεθεί) δίπλα  στο πτώμα και ότι το σώμα της ήταν ακέραιο και άθικτο σαν να κοιμόταν. Λες και ήταν δυνατόν μια γυναίκα ογδόντα χρονω να πέσει ή να  τη ρίξουν από τον τρίτο όροφο και να μη σπάσει ούτε ένα κόκκαλο, να μη φέρει ούτε μισό σημάδι τραυματισμού!  Και βέβαια ο νούμερο ένα ύποπτος ήμουν εγώ, η οποία (σύμφωνα με μία θεωρία )δεν ήμουν καν ανηψιά της! Ακόμα και ο νεαρός πιτσαδόρος προσήλθε για μάρτυρας επειδή άκουσε ,λέει, έναν ύποπτο διάλογο, εκεί που στεκόταν έξω από την πόρτα, με την πίτσα και το κρασί ανά χείρας... Αν έμενε λίγο ακόμα θα άκουγε και τις... διαφημίσεις ! Ποιος δε γνωρίζει ότι οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, όταν είναι μόνοι στο σπίτι, βάζουν δυνατά την τηλεόραση για να αισθάνονται παρέα ! Τελικά ο Γιαννάκης του περιπτερά είχε δίκιο. Από μικρό κι από τρελό...
Κοντολογίς, δεν υπάρχει κανένας φόνος, κανένα σκοτεινό μυστικό, κανένα φάντασμα κρυμμένο στη ντουλάπα, κανένα κίνητρο ή στοιχείο που να με συνδέει με το θάνατο της Ιοκάστης, εκτός από το γεγονός ότι ήμουν το τελευταίο πρόσωπο που την είδε ζωντανή. Μα πάλι, αν ήθελα ή είχα λόγο να τη σκοτώσω, έτσι θα το έκανα; Έλεος, τόσα αστυνομικά έχω διαβάσει! Λυπάμαι, καλέ μου Χάρη, φοβάμαι όμως πως θα χρειαστεί να κολλήσεις πολλές ακόμα κλήσεις, προτού γίνεις «Μπέκας»! Όσο για μένα, αν και μάζεψα υλικό για πολλά αστυνομικά σενάρια, λέω να αλλάξω συγγραφική ρότα. Στο αρχείο που μου κληροδότησε η Ιοκάστη, βρήκα  απείρως πιο ενδιαφέρον υλικό για μυθιστόρημα το οποίο, εκτός των άλλων,  αποκαλύπτει το ήθος και το δυναμισμό της σπάνιας αυτής γυναίκας. Αυτό το μυθιστόρημα θα γράψω, κι ίσως έτσι εξιλεωθώ για το «έγκλημα» που διέπραξα σε βάρος της.
                                                             Πολυξένη
ΥΓ1  (για τους πολύ δύσπιστους) : Η Ιοκάστη δεν ήταν παράλυτη, ούτε και προσποιήθηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Τα πόδια της την πονούσαν από τα χρόνια και την κούραση της ζωής, και γι αυτό χρησιμοποιούσε το αναπηρικό καροτσάκι. Είχε μάθει να κινείται γρήγορα και δυναμικά και δεν μπορούσε να υποφέρει να σέρνεται ή να στηρίζεται σε μπαστούνι. Πολλές φορές ωστόσο στεκόταν στα πόδια της και περπατούσε, κι αυτό δεν ήταν μυστικό για όσους τη γνώριζαν καλά. Οι φίλοι της, η Λήδα και ο Ορέστης θα μπορούσαν να το βεβαιώσουν, αν δεν είχαν αποτραβηχτεί στον κόσμο τους. Άλλωστε αν ήταν πραγματικά ανήμπορη (ή ήθελε να δώσει τέτοια εντύπωση) δεν θα είχε μια γυναίκα μόνιμα στο σπίτι;
ΥΓ2 (για τους πολύ «φιλομαθείς»): Ο άστεγος της γειτονιάς ονομάζεται Οδυσσέας και είναι θείος μου, αδερφός της μάνας μου και της θείας Ιοκάστης. Στερνοπαίδι, μοναχογιός, καλό παιδί μα κακομαθημένο κι επιπόλαιο, αφού έφαγε μεγάλο μέρος της οικογενειακής περιουσίας στα χαρτιά και διέλυσε το γάμο του, έμπλεξε στα στερνά με μια τσιγγάνα, άρρωστη πρεζού, που τον αποτέλειωσε. Καρπός αυτής της μοιραίας σχέσης ήταν ένα όμορφο κοριτσάκι ονόματι Ζωή, που μεγάλωσε σε ίδρυμα. Η Ιοκάστη την είχε βαφτίσει και ήθελε μάλιστα να την υιοθετήσει, μα έπεσαν όλοι να τη φάνε, πρώτος και καλύτερος ο αγαπητός μου ξάδερφος. Τον αδερφό της  είχε να τον δεί κοντά είκοσι χρόνια, είχε χάσει τα ίχνη του, όταν μια μέρα, λίγους μήνες πριν, πέρασε με το καροτσάκι της μπροστά από το παγκάκι όπου εκείνος πλάγιαζε μισοκοιμισμένος. Δεν του μίλησε, δε βρήκε τίποτα να του πει, ούτε ήταν σίγουρη αν την αναγνώρισε. Μα από τότε, μια φορά την εβδομάδα, παράγγελνε πίτσα και κρασί ή μπύρες και του τα έστελνε με τη  Μάγια, τη σκυλίτσα της κυρίας  Λήδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου